Δεν υπάρχει αξιόλογη ζωή εκτός του Θεού

 

Η Ιουλία Βοσνεσένσκα, ορθόδοξη ρώσικη λογοτέχνιδα, μιλά για την Geopolitika
Διεξαγωγή συνέντευξης: Καταρίνα Μπούντιτς-Μάρκοβιτς

 

Η Ιουλία Νικολάεβνα Βοσνεσένσκα γεννήθηκε το 1940 στο Λένινγκραντ, το 1976 καταδικάσθηκε σε τέσσερα χρόνια εξοστρακισμού λόγο «της συκοφαντίας του σοβιετικού καθεστώτος», ενώ το 1980 εκδιώχθηκε και μετανάστευσε στη Γερμανία.Τα τρία χρόνια (1996‒1999) ζούσε στο γυναικείο μοναστήρι της Παναγίας Λεσνίνσκι της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Διασποράς στο Προβεμόν (Νορμανδία, Γαλλία).Εκείνο τον καιρό, με την ευλογία της τώρα μακαρίτισσας ηγουμένης Αθανασίας, έγραψε την ιστορία «Οι μεταθανάτιες μου περιπέτειες».Από το 2002 ζούσε στο Βερολίνο.Απεβίωσε το 2015.

Αρνήθηκε το δικηγόρο, ενώ στην τελευταία της δήλωση στο δικαστήριο είπε:«/…/Ευθύνομαι για το ότι η κάθε λέξη που βγήκε από την πέννα μου είναι αλήθεια, η μόνη αλήθεια.Ο κύριός μου μάρτυρας είναι ο Θεός.Εκείνος είναι ο κύριος μου συνήγορος. Εξού και τη μοίρα μου δεν την εναποθέτω στα χέρια του δικαστηρίου, αλλά στα Δικά του χέρια».

Πέραν της δραματικής της πορείας στη ζωή η Ιουλία Βοσνεσένσκα βίωσε πολλά θαύματα– μαρτυρίες της θεϊκής προστασίας– όλα όσα έχει γράψει αληθεύουν απολύτως, όσο στο πνεύμα τόσο και στα συγκεκριμένα δεδομένα.Μολονότι η ιστορία της Κασσάνδρας φέρνει σημάδι ενός μυθιστορήματος της επικής φαντασίας, της ουτοπίας , στην ουσία μέσα της δεν υπάρχει τίποτα φανταστικό και επινοημένο.

Το 2003 για τα βιβλία της πήρε τον τίτλο του «Καλύτερου συγγραφέα της χρονιάς» στο διαγωνισμό «Ορθόδοξο βιβλίο της Ρωσίας», έχοντας γίνει η πρώτη βραβευμένη του Πρώτου ετήσιου διαγωνισμού για τις καλύτερες παιδικές και εφηβικές εκδόσεις «Πορφυρά πανιά» (2003) του Υπουργείου Τύπου, Τηλεόρασης και Ραδιοφωνίας και των ΜΜΕ της Ρώσικης Ομοσπονδίας στην κατηγορία της «Πεζογραφίας»

Αγαπητή κυρία Ιουλία, το βιβλίο σας «Οι μεταθανάτιες μου περιπέτειες» αντιπροσωπεύει τη σπάνια ορθόδοξη καλλιτεχνική λογοτεχνία.Αυτό το λογοτεχνικό είδος θέτει ένα δύσκολο καθήκον διότι δεν είναι διόλου εύκολο του να συνδυάσει κανείς το σύγχρονο κόσμο, τη σύγχρονη γλώσσα και τις αυθεντικές αξίες της ορθοδοξίας και του να την καταστήσει μία πόσιμη πηγή για τον σύγχρονο κόσμο.Πώς κατορθώσατε να φτιάξετε μία τέτοια σύνθεση?

Η αλήθεια είναι ότι δεν πρόκειται απλά για την ορθόδοξη όμορφη λογοτεχνία. Δεν είναι η έκφραση του εαυτού σου, δεν είναι η εργασία για την Εκκλησία, ούτε του να κάνεις τίποτα, ούτε να σου αξίζει, να μετανιώσεις, κοπιάσεις χάρη του ΘεούΕίναι κάτι ακόμα πιο σπουδαίο:μια προσπάθεια συζήτησης μ’εκείνους όσοι δεν πιστεύουν ή γυρεύουν το Θεό – μέσα στη λογοτεχνία, στη γλώσσα τους.

Είναι η αληθινή ιεραποστολική εργασία!«Οι μεταθανάτιες μου περιπέτειες» καθώς και «Ο δρόμος της Κασσάνδρας» και «Το προσκύνημα του Λάνσελοτ» κατά έναν περίεργο τρόπο φέρνουν τις χριστιανικές αξίες πιο κοντά στη ζωή, αποκαλύπτουν με μία σύγχρονη γλώσσα την ομορφιά της ορθοδοξίας.Πώς και ήρθατε στην ιδέα της ιεραποστολής;

Είναι μια μακρά ιστορία.Σταμάτησα να γράφω όταν εγκαταστάθηκα στη Μονή Λεσνίνσκι στη Νορμανδία – είναι ένα ρώσικο μοναστήρι, που ιδρύθηκε προηγουμένως στον οικισμό Λέσνα στη Χολμστσινα (ιστορική περιοχή στην αριστερή όχθη του Δυτικού Μπουγκ, στη σημερινή Πωλονία– σημείωμα του μεταφραστή) όπου αποκαλύφθηκε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Λεσνίνσκα.Η εικόνα ακόμη και σήμερα φυλάσσεται στο μοναστήρι.Είναι σχεδόν το μόνο που το κράτησαν οι μοναχές σ’όλες τις μεταβιβάσεις τους.Όταν ξεκίνησε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος πρώτα μετακινούσαν πέρα-δώθε σ’ολη τη Ρωσία– η μονή βρισκόταν πολύ κοντά στα σύνορα με την Αυστρία.Ύστερα έχει γίνει η επανάσταση και οι αδελφές μέσω της Κριμαίας πήγαν στη Σερβία, εγκαταστάθηκαν στο βουνό Φρούσκα Γκόρα μέχρι το Δεύτερο Παγκόσμιο, και έπειτα κοντά στο Παρίσι.Ενώ από παντού όλο τους έδιωχναν.Τελικά, τα τελευταία 40-50 χρόνια ζούνε ήσυχα στη Νορμανδία, στο κτήμα ενός δούκου, γύρω από εκείνη την εικόνα της Παναγίας «Λεσνιναίας».Μετά από μερικά χρόνια ζωής στην εξαναγκασμένη μετανάστευση ήρθα στο συμπέρασμα ότι ολόκληρό μου συγγραφικό έργο είναι μία ματαιοδοξία και μισή, ενώ πρέπει να σώζεται η ψυχή.Τότε σκεφτόμουν το μοναστήρι και μια φορά έτυχα στο κοινόβιο Λεσνίνσκι– και τέλος.Την αγάπησα με όλη μου την καρδιά.Η ηγουμένη μου επέτρεψε να πάρω ένα ετοιμόρροπο σπιτάκι, το τακτοποιήσω για τον εαυτό μου και ζήσω όσο θέλω στη μονή–ενώ το όνειρό μου ήταν να είχα δικό μου σπιτάκι εντός μοναστηρίου!Σαν το συγγραφέα Σεργκέι Νίλους δίπλα στην Μονή της Οπτίνα.Ακόμη και στη Λέσνα έγινε θαύμα μαζί μου:απέκτησα την πνευματική μου μητέρα, τώρα μακαρίτισσα, την γερόντισσα Αθανασία.Τόσο όμορφη– πραγματική ακτινοβολία της πνευματικής ομορφιάς!Έτσι μαζί της έχω μορφωθεί πνευματικά.Μέχρι τότε σώπαινα κάπως, έχω σταματήσει να γράφω– και την δημοσιογραφία και την καλλιτεχνική πεζογραφία.Η γερόντισσα Αθανασία μου έλεγε συνέχεια πώς είναι αμαρτία το να θάβει κανείς τα τάλαντα του στο χώμα.Και ότι προηγουμένως δεν υπηρετούσα τον Θεό!Υπηρετούσα την πολιτική, την ίδια μου αυτοέκφραση, και όχι τον Θεό.Μολονότι έχω καλές χριστιανικές σκέψεις, δεν είναι τόσο όσο θα έπρεπε να κάνω.

Μου έλεγε πώς είμαι υποχρεωμένη με το χάρισμά μου να υπηρετώ τον Θεό Της απαντάω:«Πού να πάω η κακομοίρα; Να, έχω και τα λουλούδια.»Ήμουν η κηπουρός εκεί.Να μιας ωραίας πρωίας η γερόντισσα μου διηγήθηκε μία ιστορία– ενώ ήταν εξαιρετική αφηγήτρια– για την ίδια της εμπειρία του κλινικού θανάτου και άμεσης επαφής με το διάβολο. Αφού την κοίταγε με τα μάτια γεμάτα αγάπη και της έλεγε:«Είσαι δικιά μου.»Εκείνη φώναζε:«Όχι, όχι!» Μόνο γιαυτό ήθελε να ζήσει, τον μάλωνε, έφτηνε.Της λέω:«Γερόντισσα, αυτό πρέπει να γραφεί!» Εκείνη απαντά:«Το έγραψα.Να το τετράδιο.»Το διάβασα και την επόμενη μέρα έρχομαι και της λέω:«Γερόντισσα, είστε ούτως ή άλλως ένας άνθρωπος, μία γερόντισσα, η οποία ζει μια άγια ζωή, έχει ενδιαφέρον το πώς μιλάτε, αλλά καθόλου δεν ξέρετε να γράφετε.»«Τότε γράψ’το εσύ» μου είπε εκείνη.Μου έδωσε την ευχή της.Κι ‘γώ– τι να κάνω– κάθομαι και γράφω το πρώτο κεφάλαιο όπου εμφανίζεται ο σατανάς.Της το πάω.Η γερόντισσα το διάβασε και μου λέει να γράφω παρακάτω:«Σε σένα δεν απέγινε έτσι όπως σε μένα, αλλά στο κάτω-κάτω της γραφής είναι το ίδιο.»Όμως, δεν πέρασε πολύ και πέθανε η γερόντισσα Αθανασία και μετά το θάνατό της παράτησα το γράψιμο.Έτσι το 2000 απ’το πουθενά μου θέτουν τη διάγνωση– καρκίνος.Και ταυτόχρονα επιβιώνει η μάνα μου το εγκεφαλικό.Με παραπέμπουν για εγχείρηση, και ο αδελφός μου με παίρνει τηλέφωνο – λέει ότι η μαμά τυφλώθηκε και νοσηλεύεται στο νοσοκομείο.Μάλιστα, αναβάλλω την εγχείρηση και πετάω στη μάνα μου – με τη σκέψη ότι τώρα θα πεθάνω μαζί με τη μάνα μου.

Εκεί ξεκινά μια σειρά των απίθανων ορθοδόξων θαυμάτων!Δεκάδες άτομα, τα οποία καθόλου δεν γνώριζα μου λένε:«Θα εκλιπαρούμε το Θεό για σας.»Στέκομαι όρθια στο βιβλιοπωλείο.Ξαφνικά– ένας νεαρός με μια αγγελική εμφάνιση κοιτά το δίτομο του Χρυσοστόμου και λέει:«Και πόσο κοστίζει ο Χρυσόστομος;» Η πωλήτρια αναφέρει ένα ορισμένο ποσό.Εκείνος ρωτά:«Είναι και για τους δύο τόμους ή για έναν μόνο;Όμως, για ποίο λόγο και ρωτάω;Ούτως ή άλλως δεν μπορώ να αγοράσω ούτε δύο, ούτε έναν.Επιτρέπεται να το δω;» Εκείνη του δίνει να κοιτάξει– φαίνεται ότι το χρειάζεται.Εγώ ρωτάω:«Συγνώμη, νεαρέ, γιατί το θέλετε το Χρυσόστομο;» Μου απαντά ότι είναι μαθητής ιερατικής σχολής κι ‘κεί όλα τα τεύχη είναι πάντα δανεισμένα, έτσι ώστε να μπορέσει να διαβάσει καθώς πρέπει.Τον ρώτησα πώς τον λένε.«Βάνια.» « Άρα θα είστε πάτερ Ιωάννης;» «Έτσι.Πρώτα ο Θεός».Ανοίγω το βιβλίο και γράφω:«Στον μελλοντικό πάτερ Ιωάννη, με μια παράκληση να προσεύχεται για τις βαριά ασθενείς Όλγα και Ιουλία», του το προσφέρω και του λέω:«Αυτό είναι δώρο».Εκείνος το διαβάζει, και έτσι χαρούμενος και εμβρόντητος αμέσως μάντεψε:«Ποιές είναι οι ασθενείς Όλγα και Ιουλία;» «Η Όλγα», λέω, «είναι η μαμά μου.Τυφλή κάθεται τώρα στο νοσοκομείο μετά το εγκεφαλικό.Και η Ιουλία– εγώ είμαι.Έχω καρκίνο.»Μου λέει εκείνος:«Θα εκλιπαρώ το Θεό για σας!» Παίρνει το Χρυσόστομο και φεύγει βιαστικά.

Η πωλήτρια σκουπίζει τα δάκρυα και ρωτά:«Προσεύχεστε στην Παντοκράτειρα;Στην εικόνα Παντοκράτειρα;»Δεν ήξερα για την εικόνα αυτή.Μου λέει εκείνη:«Δεν την έχω εδώ τώρα, αλλά έχω τον ακάθιστο, μόνο πού αυτό δεν είναι κείμενο, αλλά ηχογράφηση στην κασέτα.Πηγαίνετε στο Καθεδρικό του Καζάν στην πωλήτρια Λιούμπα, και παρακαλέστε την στο όνομά μου.»Την κασέτα μου την χάρισε λέγοντας ότι θα προσεύχεται για μένα κι αυτή.Έτσι πάω στο Καζάν, βρίσκω τη Λιούμπα και μου τη χαρίζει την εικόνα εκείνη.Εκεί στο μαγαζί ήταν μια φοβερή κυρία, επίσης είπε ότι θα προσεύχεται για μένα και μου συμβουλεύτηκε να βρω το λάδι της «Παντοκράτειρας».Με το που επέστρεψα πάω να κάνω την εγχείρηση:Απ’ την κορυφή ως τα νύχια ήμουν πασαλειμμένη με το λάδι, το οποίο ήδη με βρήκε στο Μόναχο, πάνω απ’ το κεφάλι μου κρέμεται η εικόνα Παντοκράτειρας, στα χέρια ο ακάθιστος, στ’ αυτιά– μια κασέτα με τον ακάθιστο από τη χορωδία μοναχών, ενώ δίπλα μου ο ιερέας, πάτερ Νικολάι Αρτομιόβ, ο πνευματικός μου.Μετά την εγχείρηση ανάρρωσα.Και ο γιατρός, και οι φίλοι μου οι νοσηλευτές– όλοι τους ήταν πεπεισμένοι ότι είχα καρκίνο, ενώ ήδη ένιωθα ότι μία ορισμένη στιγμή όλα έχουν αλλάξει τελείως.

Όταν συνέβησαν όλα αυτά– μάλλον μετά από όλη την υπερένταση, μετά από την επιστροφή στο μοναστήρι, όταν όλα φαινόντουσαν χαρούμενα, εξαιρετικά– έπεσα σε μία πολύ βαριά κατάθλιψη.Ταξίδεψα στο Παρίσι για απόδραση και να αλλάξω το περιβάλλον– τίποτα δεν με βόλευε.Ταξίδεψα στα παιδιά μου.Το ίδιο ένιωθα.Με τίποτα δε μπορούσα να κατανοήσω περί τίνος πρόκειται.Προσευχήθηκα και ξαφνικά κατάλαβα– πρέπει να γράψω το βιβλίο!Στο Μόναχο μένει μία μοναχική μου φίλη, συγγραφέας Ειρήνη Στέκολ.Και αυτή έχει επίσης κατάθλιψη.Αρχίζω να θεραπεύω την κατάθλιψή της, αυτή με παρακαλά να μείνω ένα χρονικό διάστημα σ’αυτήν.Κοιτάω– είχε έναν υπολογιστή Μέχρι τότε όλη μου τη ζωή απέφευγα τον υπολογιστή, ώμος αυτή τη φορά παρακάλεσα την Ειρήνη να μου δείξει πώς λειτουργεί αυτό το τέχνασμα.Η εκπαίδευση διήρκεσε ακριβώς 15 λεπτά.Έκατσα και σε έναν-δυο μήνες το βιβλίο ήταν έτοιμο.Και έπειτα συνεχίζει το επόμενο ακόλουθο– πού να πάω τώρα με το βιβλίο;Όλοι οι προηγούμενοι μου εκδότες ήταν άκρως κοσμικοί.Ξαφνικά η Ειρήνη μου λέει πώς οι φίλοι του υιού της, ο Αλεξέι Γκολοβίν και η ΄Όλγα Γκολοσόβα , μάλλον σκοπεύουν να ανοίξουν έναν ορθόδοξο εκδοτικό οίκο… Ένα τηλεφώνημα στη Μόσχα– αμέσως την πετυχαίνουμε την Όλγα– και η μοίρα του βιβλίου λύθηκε!Βρήκαμε ο ένας τον άλλον– ο εκδοτικός οίκος «Λεπτα κνίγκα» κι ‘γώ.Ήδη αύριο βρήκαμε με ποιόν να στείλουμε το χειρόγραφο!

«Ο δρόμος της Κασσάνδρας» είναι ένα πανέμορφο βιβλίο το οποίο ως γονέας θα το συνιστούσα πρώτη σε όλα τα παιδιά.Κατά έναν πολύ λεπτεπίλεπτο τρόπο περιγράφει την πορεία της πρωταγωνίστριας προς το Θεό.Έχει πολύ ενδιαφέρον που το βιβλίο αρχίζει λίγο μπερδεμένα–με τη διαμονή της πρωταγωνίστριας στην εικονική πραγματικότητα.Είναι αυτός ο κόσμος εκτός Θεού, προς τον οποίο βουλιάζει ο σύγχρονος πολιτισμός, εικονικός και ανόητος;

Είμαι πεπεισμένη ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να είμαι ευτυχής ούτε να μείνει με μια αξιόλογη ζωή εκτός Θεού και όλοι οι άνθρωποι συνάμα πρέπει να αγαπάνε τον Κύριο και ο ένας τον άλλον.Όχι όλη την ανθρωπότητα μαζί και στο μέλλον, αλλά ο ένας τον άλλον, εδώ και τώρα.Τόσο απλή σκέψη.

Μέχρι τις «Μεταθανάτιες περιπέτειες» ήσασταν συγγραφέας αποστάτης.Πώς ήταν εκείνη η εποχή στη σοβιετική Ρωσία;

-Ναι, ήμουν αποστάτης, συγγραφέας Σαμιζντάντ, λίγα απ’ τα έργα μου έχουν δημοσιευθεί στο σοβιετικό τύπο.Είμαι η πρώην πολιτική κρατούμενη.Έκατσα στη φυλακή λόγο του Σαμιζντάντ, λόγο των αποστατικών υποθέσεων–από το 1976 ως το 1979.Για τη σοβιετική Ρωσία έχω γράψει αρκετά στο βιβλίο για τις Ρωσίδες «Γυναικείο Δεκαήμερο» όταν με πέταξαν στη Δύση–βίαια στη μετανάστευση.Σε κάπως επιπόλαια μορφή έδειξα, όπως οι κριτικοί έχουν εκφραστεί, «γυναικείο Γκουλάγκ», δηλαδή την αλήθεια για τη θέση των σοβιετικών γυναικών.Επειδή η Δύση είχε τελείως αλλόκοτες αυταπάτες– ότι, δεν είχε ελευθερία του λόγου, ούτε του τάδε ελευθερία, ώμος μονάχα οι Ρωσίδες ήταν ελεύθερες!Και έτσι έγραψα το βιβλίο για την πραγματική θέση των Ρωσίδων.Διότι το Γκούλαγκ δεν είναι ένα πολιτικό φαινόμενο, είναι κατά πολύ ευρύτερο, έιναι στα μυαλά.

Πότε γίνατε πιστή;Ποιος ή τι σας επηρέασε;

Κανείς.Μήπως έπαιξαν το ρόλο κάποιοι πρόγονοί μου– άνθρωποι ιεράς ζωής, διότι στο σόι μας υπήρχαν ιερείς, η γερόντισσα Σοφία, ηγουμένη μιας μονής στην περιοχή του Νόβγκοροντ, η οποία έχασε τη ζωή της για τη θρησκεία.Υπήρχαν και άλλα άτομα με πνευματική αξιοπρέπεια.Νομίζω, λοιπόν, ότι αυτοί με έσωζαν, γι’αυτό ερχόμουν στην πίστη από περίεργους δρόμους.Παραδείγματος χάρη, τα παιδιά στην τάξη μου– για ένα χρονικό διάστημα δούλευα ως δασκάλα του χωριού– μου έλεγαν:«Σήμερα είναι Μεγάλη Πέμπτη και οι γιαγιάδες θα πάνε στις εκκλησίες με τα κεριά.Άντε να τους σβήνουμε τα κεριά, έχει πολύ πλάκα!» Αγρίεψα, ξεκίνησα να χτυπώ με τις μπουνιές και φώναξα:«Ποιος θα ξεκινήσει στην εκκλησία;Να κοροϊδεύει τις γιαγιάδες του, τις ρωσικές μας γιαγιάδες– εκείνος δεν θα είναι πλέον φίλος μου!Εκείνος δεν χρειάζεται ούτε στα μαθήματα να έρχεται!» Ύστερα το λέω στον άντρα μου– εκείνος βαπτίστηκε ως παιδί, είχε μια θαυμαστή μάνα, πολύ θρησκευόμενη, την Άννα Νικολάεβνα Οκουλόβα– ο πρώτος θρήσκος άνθρωπος στη ζωή μου, ας είναι ελαφρύ το χώμα που τη σκεπάζει.Μου λέει ο άντρας μου:«Τι σε νοιάζει γιαυτό;» Πώς και τι με νοιάζει;Ξεκίναγα εγώ για τις γενιές…«Όχι», μου λέει εκείνος, «η αντίδρασή σου δεν είναι φυσιολογική ΄για έναν άθρησκο άνθρωπο!Θεωρώ ότι εσύ είσαι ήδη θρησκευόμενη, ώμος δεν το καταλαβαίνεις ακόμα».Τότε η πεθερά μου μου διαπίστωσε ότι αισθάνομαι σαν το θρησκευόμενο άνθρωπο.Και μιας ωραίας πρωίας είπα στον εαυτό μου ένα χαζό πράγμα–συχνά λέω χαζομάρες, και όχι μόνο στον εαυτό μου–είπα λοιπόν:«Είναι ώρα να δημιουργήσω τις σχέσεις μου με τον Χριστό».Και πήγα να βαπτιστώ.Ακριβώς εκεί έγινε το θαύμα.Δεν είχα ούτε οδηγό, τίποτα, ούτε σε ποιόν να απευθυνθώ, ο οποίος θα μπορούσε να με προετοιμάσει.Ανοίγω το Ευαγγέλιο όπου να ’ναι και διαβάζω:«Πήγε στην έρημο, και αφού νήστεψε για σαράντα μέρες, τελικά πείνασε.»Λοιπόν, θα νηστέψω για 40 μέρες και ύστερα θα πάω να βαπτιστώ.Και νήστεψα αυστηρά.Και τότε, ήδη προς το τέλος της νηστείας μου, σκέφτηκα να πάω να κανονίσω τη βάπτισή μου.Έρχομαι στο Καθεδρικό του Νικολάου, πλησιάζω τον ιερέα και λέω:«Θέλω να βαπτιστώ, μόνο που δεν έχω προετοιμαστεί καθόλου.Μόνο 40 μέρες νήστεψα».«Πώς και δεν έχετε προετοιμαστεί αφού 40 μέρες νηστεύατε;» με ρωτά ο ιερέας.«Ποιος σας είπε ότι τώρα είναι η Σαρακοστή;» Του απαντάω ότι απλά άνοιξα το Ευαγγέλιο και το διάβασα.«Καλά» λέει εκείνος «όλα κατανοητά, έλα αύριο.»Έχει αποδειχθεί ότι την νηστεία την ξεκίνησα ακριβώς την ημέρα της Μεγάλης Σαρακοστής και όλη τη νηστεία την κράταγα αυστηρά!Μου είπε ότι καμία προετοιμασία δεν την χρειάζομαι, αύριο ώμος– ήταν μία Τετάρτη της ΄Έκτης Εβδομάδας– να έρθω να βαπτιστώ.«Την επόμενη μέρα–τη Μεγάλη Πέμπτη– θα μεταλάβεις».Όλα έχουν συμβεί έτσι.

Στο βιβλίο «Ο δρόμος της Κασσάνδρας ή Περιπέτειες με τα μακαρόνια» πολύ ωραία είναι η περιγραφή του χαρακτήρα της γιαγιάς, η οποία είναι ένα παράδειγμα της ορθόδοξης χριστιανής, εκείνη μη επιβεβλημένα και με το ίδιο της παράδειγμα δείχνει στην κοπέλα το σωστό δρόμο.Είχατε την έμπνευση γι’ αυτόν το θαυμάσιο πρωταγωνιστή;Επίσης, μέσω του σοφά υποδεικνύετε στους νέους τα βιβλία που πρέπει να διαβάζουν.Εκεί εννοούμε το βιβλίο «Τι είναι η χριστιανική ζωή και πώς να ρυθμιστεί κανείς σ’αυτήν;» του Αγίου Θεοφάνη του Έγκλειστου.

«Λοιπόν, η γιαγιά είναι μία θριαμβευτική λέξη.Για τις εγγονές δεν υπάρχει πιο θερμό μέρος από ότι στη γιαγιά, και για τη γιαγιά δεν υπάρχει πιο αγαπητό πρόσωπο από μια καλή εγγονή.Για όλα αυτά πρέπει να ευχαριστήσει κανείς στο Θεό.»….«Διαβάζοντας τον άγνωστο Έγκλειστο/…/ από αυτό το βιβλίο μάθαινα τι θα ήθελε να μου πει η γιαγιά, αν μπορούσε μαζί μου ανοιχτά να μιλήσει για το Θεό, την προσευχή, την ορθοδοξία…»

Στη ζωή μου οι ηλικιωμένες γυναίκες, ακόμη και οι γριές, έπαιξαν μεγάλο ρόλο.Είχα την τύχη να γνωρίζω μερικές πανέμορφες Ρωσσίδες, ανάμεσα στις οποίες ήταν και οι χωριάτισσες, ευγενείς και οι μοναχές, οι λογοτέχνιδες, ενώ όλες τις ένωνε η πίστη στον Θεό, αξεπέραστη, σπιθόβολη αίσθηση του χιούμορ και ένα ιδιαίτερο χάρισμα αγάπης για τη ζωή και για τους ανθρώπους:Και από την κάθε μία από λίγο–να, βγήκε η γιαγιά!

Έχετε γράψει μία τριλογία παιδικού βιβλίου, σαν την εναλλακτική του Χάρυ Πότερ, έναν νεαρό μάγο ο οποίος εισάγει τον κόσμο του αποκρυφισμού στον κόσμο των παιδιών. Μία πολύ αξιότιμη και θαρραλέα κίνηση στη σημερινή εποχή όταν στα παγκόσμια μέσα, βιβλία, στις ταινίες, μέχρι και στα παιχνίδια γίνεται «νορμάλ» το να παίζει κανείς με σκοτεινούς χαρακτήρες… Πώς και αποφασίσατε να γράψετε την τριλογία «Ιουλιάνα» και τι σας κίνησε σ’αυτό;

Ειλικρινά, ούτε καν που το θυμάμαι!Μάλλον κατάλαβα απλά ότι έχω ωριμάσει ήδη για το παιδικό βιβλίο.Και συγκεκριμένα την ιδέα να δημιουργήσω την εναλλακτική του Χάρυ Πότερ μου την έδωσε ο πρωτοδιάκος Ανδρέυ Κουράεβ.Ο σκοπός μου ήταν να προστατέψω τα παιδιά από την ρομαντικοποίηση της μαγείας, απ’ αυτά τα φοβερά και επικίνδυνα παιχνίδια.Ακόμη σκέφτηκα:το βιβλίο πρέπει να γραφεί έτσι ώστε με την ίδια αναφορά των μέντιουμ και μάγων να προκαλέσει στα παιδιά δυνατό γέλιο, και να το συχαίνονται.Δηλαδή, πρώτον τα παιδιά να απομακρύνονται από τα μαγικά παιχνίδια σαν από τη φωτιά και δεύτερον να τα γελοιοποιούν. Και από πάνω να σώζουν και τους φίλους τους.

Πώς υποδέχθηκε η λογοτεχνία σας στη Ρωσία και πώς στα κυκλώματα της ορθοδόξου εκκλησίας;

Τόση επιτυχία δεν την περίμενα!Είναι πολλοί οι αναγνώστες.Το καλύτερο είναι ότι δεν έχει αδιάφορους ανθρώπους.Ήδη έλεγα ότι την ευχή για το συγγραφικό έργο μου έδωσε η γερόντισσα Αθανασία.Έπειτα και ο Πατριάρχης Κύριλλος– εδώ και καιρό, όσο ακόμη ήταν Μητροπολίτης– μου έγραψε ένα σύντομο γράμμα με αφορμή τα βιβλία μου:πώς τα βιβλία μου φέρνουν καλά αποτελέσματα και με ευλόγησε για τη λογοτεχνική εργασία.Αυτό για μένα είναι πολύ αξιέπαινο και ευχάριστο, επειδή ο Πατριάρχης Κύριλλος είναι ένας άνθρωπος ευρείας κουλτούρας, τα λόγια του μετράν πολύ. Σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δεν τη δέχονται τη λογοτεχνία μου ούτε την καταλαβαίνουν. Τότε δεν θα τους καταλάβω και υποδεχθώ ούτε’γώ!Για ποιο λόγο να τους λέω τίποτα, αφού οι ίδιοι συνεννοούνται τέλεια και χωρίς τα βιβλία μου;Κάτσε να συνεννοηθώ και γώ κάπως χωρίς τέτοιους αναγνώστες.Γι’αυτό και έχω έναν καλό φίλο ο οποίος δουλεύει ως ψυχοθεραπευτής στις ογκολογικές κλινικές και θεραπευτήρια, τον γιατρό Μίσα.Εκείνος αγοράζει τσουβάλια ολόκληρα με τα βιβλία μου, και όταν βρεθούμε, του γράφω ένα σωρό αφιερώματα σ’αυτά–συγκεκριμένα για βαριά άρρωστους ανθρώπους.Επίσης, ο γιατρός Μίσα μου έλεγε για το πόσοι ανίατοι ασθενείς και ετοιμοθάνατοι άνθρωποι ήρθαν στην πίστη τους και απέκτησαν καινούρια ζωή εν Χριστό μέσω των βιβλίων μου.Δηλαδή ο ίδιος ο Κύριος τους έφερε κοντά Του μέσω των βιβλίων μου.

Λένε ότι στη συνέχεια του βιβλίου «Ο Δρόμος της Κασσάνδρας» στο μυθιστόρημα«Το προσκύνημα του Λάνσελοτ» (το οποίο πρέπει να δημοσιευθεί στη Σερβία στην Έκθεση Βιβλίου), υπάρχει και ένας Σέρβος.Υπάρχει κανένας ιδιαίτερος λόγος γι’αυτό;

Ναι, ανάμεσα στους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος είναι και ένας Σέρβος.Και ο λόγος δεν είναι μόνο στην ιστορική φιλία μεταξύ Ρώσων και Σέρβων, ούτε σ’ εκείνο το μίσος του άθεου κόσμου το οποίο το προκαλούν οι Ρώσοι και οι Σέρβοι.Η ιστορία ανανέωσης του σέρβικου γυναικείου μοναχισμού μέσω καλογραιών του ρωσικού γυναικείου κοινοβίου Λεσνίνσκι, το οποίο μετά την επανάσταση εγκαταστάθηκε στη Σερβία, είναι αυθεντική– την έμαθα από τις μεγαλύτερες ρωσικές μοναχές– «τις Λεσνιναίες»

Μετάφραση: Σάβα Ρόσιτς

Geopolitika τεύχος 76, Ιούλιος του 2014

 

Συγγνώμη,αυτή η εγγραφή είναι διαθέσιμη μόνο στα Σερβικά, Αγγλικά Αμερικής, Ρωσικά, Γερμανικά και Γαλλικά.